Για πρώτη φορά, το nylou.com σας δείχνει ό,τι ΟΛΟΙ οι άλλοι σας περιγράφουν. Δείτε 30.000 φωτογραφίες από 2.500 ξενοδοχεία, 300 παραλίες, 125 μουσεία και αξιοθέατα και 150 εστιατόρια της Ελλάδας.
H Θεσσαλονίκη είναι η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Ελλάδας. Ιδρύθηκε το 316 π.Χ., στη θέση ενός προϊστορικού οικισμού του 2300 π.Χ., από τον Κάσσανδρο, βασιλιά της Μακεδονίας. Η πόλη πήρε το όνομά της από τη γυναίκα του και αδερφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου και έγινε πρωτεύουσα της Μακεδονίας. Στα ρωμαϊκά χρόνια είχε το μεγαλύτερο λιμάνι της περιοχής, ενώ βρισκόταν στην διασταύρωση του μεγάλου δρόμου που ένωνε την βόρεια Βαλκανική με την Εγνατία Οδό. Στα Βυζαντινά χρόνια, η Θεσσαλονίκη ήταν η δεύτερη σημαντικότερη πόλη της Αυτοκρατορίας και διατήρησε τον ρόλο αυτό και στην διάρκεια της Οθωμανικής κυριαρχίας.
Η αρχιτεκτονική της Θεσσαλονίκης αποτελούσε ανέκαθεν μία ξεχωριστή περίπτωση καθώς διαρκώς μεταμορφωνόταν λόγω της θέσης της πόλης στο επίκεντρο όλων των εξελίξεων στην Βαλκανική. Εκτός από την εμπορική της ακτινοβολία η πόλη ήταν μεγάλο στρατιωτικό και διοικητικό κέντρο. Επιπλέον, λόγω του λιμένα της, αποτελούσε διαμετακομιστικό κέντρο της Βαλκανικής ενδοχώρας.
Η μορφή της αρχαίας, περιτειχισμένης πόλης άλλαξε μετά το 1870, όταν κατασκευάστηκε η προκυμαία μπροστά από τη θέση που βρισκόταν το παραθαλάσσιο τείχος. Στα χρόνια που μεσολάβησαν ως το 1917, ο πληθυσμός της Θεσσαλονίκης αυξήθηκε κατά 70% λόγω της οικονομικής ανάπτυξης της πόλης και της συρροής σε αυτήν οικονομικών μεταναστών από όλη την Βαλκανική. Το 1870 ο πληθυσμός της Θεσσαλονίκης από 80 χιλιάδες κατοίκους έφτασε στους 135 χιλιάδες.
Η πόλη αρχίζει να προσελκύει το ενδιαφέρον επιχειρηματιών και εμπόρων από όλη την Ευρώπη, συμπεριλαμβανόμενων και Εβραίων. Εκείνη την περίοδο κατεδαφίζεται ένα μέρος από τα τείχη και η πόλη επεκτείνεται στην ευρύτερη περιοχή με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν νέες συνοικίες κυρίως έξω από την δυτική είσοδο της πόλης και στην ανατολική πεδιάδα της Καλαμαριάς.
Όσον αφορά στο κέντρο, η ανάγκη στέγασης επαγγελματικών δραστηριοτήτων επιβάλλει την αλλαγή της αρχιτεκτονικής κατεύθυνσης με αποτέλεσμα την ανέγερση μεγάλων κτιρίων που αντικαθιστούν τα παραδοσιακά σπίτια. Παράλληλα, για να ικανοποιηθούν οι ανάγκες της οικονομικής ανόδου της πόλης, χτίζονται τράπεζες και μεγάλα ξενοδοχεία, όπως επίσης θέατρα, αποθήκες και εργοστάσια.
Η διαμόρφωση της πλατείας Ελευθερίας (σημερινής Πλατείας Βενιζέλου) προς τη θάλασσα, ολοκλήρωσε την εικόνα του κεντρικού εμπορικού δρόμου. Οι υπόλοιπες γειτονιές εντός των τειχών διατηρούσαν την παλιά τους μορφή. Προβληματική ήταν η κατάσταση στις δυτικές περιοχές εκτός των τειχών και της Πύλης του Βαρδάρη, που λειτουργούσαν σαν γκέτο των φτωχών στρωμάτων. Αντίθετα, η μεσαία και ανώτερη τάξεις μετοίκησαν στις ανατολικές περιοχές, δημιουργώντας έτσι ένα νέο προάστειο γνωστό ως «Εξοχές». Στην περιοχή εκείνη χτίστηκαν σχολεία, δημόσια κτίρια αλλά και εργοστάσια. Σήμερα, οι σημαντικότεροι δημόσιοι χώροι της πόλης βρίσκονται ανάμεσα στο ιστορικό κέντρο και τις Εξοχές, δίπλα στον Λευκό Πύργο.
Το 1917 υπήρξε η σημαντικότερη χρονιά στην ιστορία της πόλης και το ορόσημο που έχει καθορίσει την σημερινή εικόνα της Θεσσαλονίκης. Η καταστροφική φωτιά που ξέσπασε κατέστρεψε μέσα σε 32 ώρες το μεγαλύτερο μέρος του ιστορικού κέντρου και ένα μεγάλο μέρος της κληρονομιάς της. Κτίρια σπάνιας αρχιτεκτονικής καταστράφηκαν ολοσχερώς.
Η Θεσσαλονίκη που σχεδιάστηκε από το 1917 έως το 1950 ήταν μία μοντέρνα και λειτουργική πόλη της οποίας η μορφή ελάχιστα θύμιζε αυτό που υπήρχε πριν την πυρκαγιά. Στον ανασχεδιασμό της Θεσσαλονίκης, μετά από το τραγικό γεγονός, πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιξε μία ομάδα αρχιτεκτόνων με επικεφαλής τον Γάλλο αρχιτέκτονα Ερνέστ Εμπράρ ο οποίος συνεργάστηκε με τον υπουργό Αλέξανδρο Παπαναστασίου. Σκοπός ήταν να σχεδιαστεί η πόλη έτσι ώστε να έχει την οργάνωση και την μορφή μίας σύγχρονης πόλης.
Οι σχεδιαστές επέλεξαν σαν πρότυπο το Βυζάντιο, πιστεύοντας ότι αυτός είναι ο πιό κατάλληλος αρχιτεκτονικός ρυθμός για τα δημόσια κτίρια της αναγεννόμενης πόλης, μίας πόλης που χρωστούσε τη μεγαλύτερη ακμή της σ’ αυτήν την περίοδο. Το νέο πολεοδομικό σχέδιο της πόλης περιέλαβε άξονες, διαγωνίους και μνημειακά σημεία, καθώς και ένα οδικό δίκτυο με ιεραρχημένη οργάνωση της κυκλοφορίας.
Τα σχέδια της εποχής περιέλαβαν πρόβλεψη για την πληθυσμιακή έκρηξη της πόλης και πληρούσαν τις προδιαγραφές για ένα επαρκές δίκτυο που θα ίσχυε έως και σήμερα. Υποδείχθηκαν χώροι για όλα τα σημαντικά δημόσια κτίρια, αναδείχθηκαν οι βυζαντινές εκκλησίες, προστατεύθηκαν τα οθωμανικά μνημεία (όσα είχαν γλυτώσει από την πυρκαγιά) και ολόκληρη η Άνω Πόλη ορίσθηκε διατηρητέα. Η ίδρυση του Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης και η δημιουργία Πανεπιστημιούπολης αποτέλεσε μία πρωτοποριακή ιδέα που δυστυχώς δεν υλοποιήθηκε, ωστόσο στη μορφή της σημερινής Πανεπιστημιούπολης, αν και είναι αποτέλεσμα μεταγενέστερων τροποποιήσεων, η συμβολή των σχεδίων του Εμπράρ έπαιξε σημαντικό ρόλο.
Σημαντικό στοιχείο στην έρευνα και στον σχεδιασμό της Θεσσαλονίκης υπήρξε η αναζήτηση μιας μέσης οδού όσον αφορά στην διεθνή αρχιτεκτονική αλλά και στην διαφύλαξη της τοπικής παράδοσης της πόλης. Κύριο χαρακτηριστικό της εξωτερικής εμφάνισης των κτιρίων που προτάθηκε ήταν η απόλυτη συμμετρία των όψεων, ο τονισμός του κεντρικού άξονα με ελαφριά υπερύψωση στο μεσαίο τμήμα των κτιρίων.
Στα σχέδια προβλεπόταν ένα διοικητικό κέντρο που θα περιλάμβανε το δημαρχείο, το δικαστικό μέγαρο και μία σειρά δευτερευόντων κτιρίων που θα στέγαζαν τις υπόλοιπες δημόσιες υπηρεσίες. Δυστυχώς τα σχέδια αυτά δεν υλοποιήθηκαν και η δημιουργία ενός διοικητικού κέντρου είναι ένας θεσμός που απουσιάζει από τον πυρήνα της πόλης ακόμη και σήμερα. Ωστόσο ένας μεγάλος αριθμός κτιρίων που χτίσθηκαν αργότερα είναι αποτέλεσμα επιρροής των σχεδίων εκείνων, ακόμα κι αν με την πάροδο του χρόνου και την τεράστια πληθυσμιακή ανάπτυξη πολλά σημεία έχουν αλλοιωθεί ή προσαρμοσθεί για να καλύψουν τις σύγχρονες ανάγκες μιάς μεγαλούπολης.
Παρόλο που η Θεσσαλονίκη είναι από τις ομορφότερες πόλεις της Ελλάδος και, από αρχιτεκτονικής απόψεως, αρκετά παραδοσιακή σε πολλά μέρη, η σημερινή μορφή της δυστυχώς αναγκάζει τους πολίτες της να έρχονται αντιμέτωποι με διάφορα σημαντικά προβλήματα. Ο κυκλοφοριακός φόρτος είναι ένα από αυτά, καθώς ο ρυθμός αύξησης της κυκλοφορίας αυτοκινήτων τα τελευταία χρόνια έχει πενταπλασιαστεί, φτάνοντας στα 20 χιλιάδες νέα αυτοκίνητα ετησίως. Είναι η μόνη μετροπολιτική περιοχή της Ευρώπης που εξυπηρετείται με ένα μόνο μέσο μαζικής μεταφοράς, το λεωφορείο. Επίσης δεν διαθέτει κεντρικούς χώρους στάθμευσης.
Η εξωτερική όψη της πόλης σε ένα μεγάλο βαθμό έχει αντικαταστήσει την παραδοσή της και η ανάπτυξη διαφόρων περιοχών π.χ συνοικίες στις οποίες υπάρχουν κέντρα διασκέδασης και παράλληλα εμπορικά μαγαζιά, καθιστούν καθημερινά την μετακίνηση στη πόλη σε μαρτύριο. Το κέντρο της πόλης μοιάζει πολιορκημένο από νέα άχρωμα οικοδομικά τετράγωνα, ο ελεύθερος χώρος πλέον απουσιάζει και οι πεζόδρομοι που υπάρχουν καταντούν συχνά σε αλάνες στάθμευσης γεμάτες σκουπίδια. Ήδη βρίσκονται σε διαφορετικά στάδια υλοποίησης προτάσεις για την κατασκευή του μετρό όπως και για νέες οδικές αρτηρίες προκειμένου να αποσυμφορηθεί το κέντρο της Θεσσαλονίκης.
Παρά τα πολλά προβλήματα που αντιμετωπίζει η πόλη, η εξέλιξή της και ο σεβασμός, όσο το δυνατόν, στην ιστορία της την καθιστούν μία ζωντανή και ενδιαφέρουσα πόλη.