|
| Ιστορία της Κρήτης |
| Απ' την αρχή του Χρόνου |
 |
| Ο επίχρυση κεφαλή του ταύρου, σύμβολο της βασιλείας του Μίνωα. |
Η προέλευση της λέξης Κρήτη δεν έχει καθορισθεί με βεβαιότητα, αφού υπάρχουν διάφορες αντικρουόμενες ετυμολογίες. Μιά από τις Εσπερίδες ονομαζόταν Κρήτη, όπως ονομαζόταν Κρήτη και η σύζυγος του βασιλιά Μίνωα και μιά από τις νύμφες που παντρεύτηκε ο Δίας Άμμων. Επίσης, ο Κρης, γυιός του Δία και της νύμφης Ίδας μπορεί να έχει δώσει το όνομα του στην Κρήτη, ειδικά αφού το υψηλότερο βουνό του νησιού έχει το όνομα της μητέρας του.
Η Κρήτη, σύμφωνα με την γνώμη πολλών ιστορικών, κατοικείται από την Παλαιολιθική εποχή και έχει φιλοξενήσει συνεχή ανθρώπινη παρουσία τα τελευταία 10 χιλιάδες χρόνια. Αν και ο Μινωϊκός πολιτισμός ήταν ένα αποκλειστικά Κρητικό φαινόμενο, που δεν επεκτάθηκε στην Ελληνική ενδοχώρα, η Κρήτη έχει ξεχωριστή θέση στην Ελληνική μυθολογία και πρωταγωνιστεί στον Ελληνικό πολιτισμό από την αρχή του.
Ο Δίας, ο πατέρας Θεών και ανθρώπων, γεννήθηκε στο Δικταίον ή Ιδαίον Άντρο. Ο Δίας, επίσης, κατέφυγε στην Κρήτη μετά την απαγωγή της Ευρώπης από τις ακτές της Φοινίκης, τον σημερινό Λίβανο.
Η Ευρώπη γέννησε τρεις γυιούς, τον Μίνω, το Ραδάμανθυ και τον Σαρπηδόνα. Αφού υπέταξε όλο το νησί, ο Μίνως παντρεύθηκε την μάγισσα Πασιφάη, αδελφή της Καλυψούς και της Κίρκης, των ηρωίδων της Οδύσσειας. Ο Μίνως αφιέρωσε ένα ναό στον Ποσειδώνα και, για να τιμήσει τον θεό της θάλασσας, του ζήτησε να του στείλει ένα ταύρο για να τον θυσιάσει στο νέο ναό προς τιμήν του.
Ο λευκός ταύρος που έστειλε ο Ποσειδώνας ήταν τόσο όμορφος που ο Μίνως αποφάσισε να θυσιάσει έναν υποδεέστερο ταύρο στην θέση του. Ο Ποσειδώνας θεώρησε την κίνηση αυτή ιεροσυλία και θύμωσε τόσο πολύ που καταράσθηκε την Πασιφάη να ερωτευθεί σφοδρά τον πελώριο λευκό ταύρο.
Για να ικανοποιήσει τον ασίγαστο πόθο της, η βασίλισσα του Μίνωα κρύφθηκε μέσα στο ξύλινο ειδώλιο μιας αγελάδας, που κατασκεύασε ο Δαίδαλος, και συνευρέθηκε με τον ταύρο. Ο καρπός της πράξης αυτής ήταν ο Μινώταυρος, ένα τέρας, μισός άνθρωπος και μισός ταύρος. Ο Μινώταυρος κλείσθηκε στον λαβύρινθο, επίσης έργο του Δαίδαλου, όπου σκοτώθηκε από τον Αθηναίο πρίγκηπα Θησέα, ο οποίος έτσι απάλλαξε την Αθήνα από την υποχρέωση της να στέλνει κάθε χρόνο 10 αγόρια και 10 κορίτσια για να θρέφεται ο Μινώταυρος.
Πρέπει να ομολογήσουμε ότι, συγκρινόμενα με την ιστορία αυτή, όλα τα σενάρια του Χόλυγουντ ακούγονται σαν παιδιάστικες ιστοριούλες χωρίς φαντασία.
Το εικονογραφημένο βιβλίο "Μινωϊκή Κρήτη: Από τον Μύθο στην Ιστορία", που διατίθεται σε πολλές γλώσσες σε βιβλιοπωλεία και αρχαιολογικούς τόπους και μουσεία σε όλο το νησί, περιέχει μια αναλυτική παρουσίαση των μύθων αυτών.
Η καταγεγραμμένη ιστορία του νησιού ξεκινά την Νεολιθική περίοδο, γύρω στο 7000 π.Χ. Τα πρώτα αστικά κέντρα του νησιού σχηματίσθηκαν γύρω στο 2000 π.Χ. γύρω από τα παλάτια των τοπικών αρχόντων, που βρίσκονταν στο κέντρο των διάφορων αγροτικών κοινωνιών. Ο πλούτος ορίζονταν από τα γεωργικά πλεονάσματα και αυτή σε αυτή την περίοδο αναπτύχθηκαν οι πρώτες εμπορικές σχέσεις μεταξύ του νησιού και των γειτονικών περιοχών. Αυτού του είδους η κοινωνική οργάνωση διήρκεσε για περίπου 600-700 χρόνια και ήκμασε στην διάρκεια του λεγόμενου Μινωϊκού πολιτισμού, στα μέσα της δεύτερης χιλιετίας προ Χριστού.
Το κέντρο του Μινωϊκού πολιτισμού ήταν χωρίς αμφιβολία η Κνωσσός, 10 χλμ νότια του Ηρακλείου. Η Κνωσσός βασίλευσε στην Κρήτη τόσο απόλυτα που δεν διέτρεχε κίνδυνο εισβολής, εσωτερικής ή εξωτερικής, όπως φαίνεται από την παντελή έλλειψη οχυρωματικών έργων γύρω από το παλάτι. Τα παλάτια στον Ζάκρο, τα Μάλια, την Φαιστό και αλλού ήταν τοπικά διοικητικά κέντρα που χτίσθηκαν για να ελέγχουν το εμπόριο της Κνωσσού με την Κύπρο, την ηπειρωτική Ελλάδα και άλλους εμπορικούς εταίρους.
Ο μέγας Μινωϊκός πολιτισμός πιστεύεται ότι τελείωσε με την τελευταία μεγάλη έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης. Πρόσφατες ανακαλύψεις επιστημόνων του Πανεπιστημίου Κολούμπια της Νέας Υόρκης και του Πανεπιστημίου της Χαβάης επιβεβαιώνουν την υπόθεση αυτή, που διατυπώθηκε για πρώτη φορά στην δεκαετία του 1930 από τον Έλληνα αρχαιολόγο Σπυρίδωνα Μαρινάτο. Ο Μαρινάτος υποστήριξε ότι η καταστροφή της Κνωσσού και της Φαιστού προκλήθηκαν από τα παλιροιακά κύματα και το σύννεφο στάχτης από μια καταστροφική έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας που πρέπει να συνέβη γύρω στο 1600 π.Χ.
Τα κύματα έθαψαν τις παραλιακές πόλεις της Κρήτης και κατέστρεψαν τους στόλους του νησιού, απομονώνοντας το έτσι από τον έξω κόσμο, ενώ οι στάχτες, που κάλυψαν την ατμόσφαιρα για μήνες, προκάλεσαν σημαντική μείωση της θερμοκρασίας, κατέστρεψαν την γεωργία, προκάλεσαν πείνα και, κατά συνέπεια, καταρράκωση του κοινωνικού ιστού.
Αυτό ήταν το τέλος της δόξας για την αρχαία Κρήτη. Από τότε, το νησί δεν έχει διαδραματίσει σημαντικό πολιτιστικό ρόλο και έχει υποστεί αμέτρητες επεμβάσεις από ξένους εισβολείς. Για αιώνες οι ακτές της υπήρξαν καταφύγια πειρατικών στόλων μέχρι που η Ρώμη κατέλαβε όλο το νησί, το 70 π.Χ. Ο μαθητής του Αποστόλου Παύλου, Τίτος, έφερε τον χριστιανισμό στην κρήτη το 58 μ.Χ. Το νησί κατελήφθη από τους Σαρακηνούς τον 9ο αιώνα και επανακαταλήφθη από την Βυζαντινή Αυτοκρατορία ύστερα από 150 χρόνια.
Η Βυζαντινή περίοδος έλαβε τέλος το 1204, με την πτώση της Κωνσταντινούπολης στις ορδές της 4ης Σταυροφορίας και την έναρξη της περιόδου κυριαρχίας των Ενετών και Γενουατών ιπποτών στην Ανατολική Μεσόγειο. Τα Χανιά, το Ρέθυμνο και το Ηράκλειο έγιναν ορμητήρια των Ενετών, οι οποίοι έχτισαν οχυρωματικά έργα που διασώζονται μέχρι σήμερα.
Η πρωτεύουσα του νησιού ήταν τότε το Ηράκλειο, που τότε λεγόταν Χάνδακας, από το χαντάκι που περιέβαλλε τα τείχη της πόλης. Ο Χάνδακας ήταν το τελευταίο έδαφος της σημερινής Ελλάδος που έπεσε υπό Οθωμανική κατοχή, το 1669, ύστερα από διαρκή πολιορκία 21 ετών.
Η Ελληνική Επανάσταση του 1821, που ολοκληρώθηκε με την υπογραφή της Συνθήκης του Λονδίνου το 1830, δεν περιέλαβε την Κρήτη, η οποία έγινε πεδίο εξαιρετικά βίαιων απελευθερωτικών ξεσηκωμών στον 19ο αιώνα. Τελικά, το 1897, οι στόλοι της Βρετανίας, της Γαλλίας, της Ρωσίας και της Ιταλίας εισέβαλαν στην Κρήτη και έβαλαν τέλος στην Οθωμανική κυριαρχία, μετά την δολοφονία του Βρετανού πρόξενου στα Χανιά και μερικών προξενικών φρουρών από τις Τουρκικές αρχές.
Το νησί ανακυρήχθηκε ανεξάρτητο κράτος, υπό την διοίκηση του Πρίγκηπα Γεωργίου της Ελλάδος, και ενώθηκε με την υπόλοιπη Ελλάδα μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-13, που είχαν σαν αποτέλεσμα την επέκταση των συνόρων της Ελλάδος σχεδόν στα σημερινά τους όρια. |
|
|